Κυριακή 2 Δεκεμβρίου 2012

Οι Τζαβελαίοι στην Ηλεία

Κατά τις αρχές του 17ου αιώνα, στο χωριό Δραγώγι της Φιγαλίας, απαντάται η οικογένεια Τζαβέλα. Ένας εξ αυτών ήταν και ο κλεφτοκαπετάνιος Βασίλης Τζαβέλας, ο οποίος διακρίθηκε άπειρες φορές για την παλικαριά αι σωφροσύνη του. Παιδιά του Βασίλη, ήσαν ο Δημάκης, ο Τάσος ο Μήτρος και ο Πάνος. Οι μεγαλύτεροι εξ αυτών ο Δημάκης ο Μήτρος και ο Τάσος, παρέμειναν στο Δραγώγι. Κατά την επανάσταση του 1821, ο Δημάκης που ήταν ο πιο έμπειρος και ικανότατος καπετάνιος, διορίστηκε και ορκίστηκε οπλαρχηγός της περιοχής του. Έλαβε ενεργό μέρος στην Μάχη του Αγίου Αθανασίου της Καρύταινας μαζί με τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη, στην μάχη του Πουσίου Λάλα, αρχικά με τον Γιωργάκη και κατόπιν με τον Δημητράκη Πλαπούτα.
Η παράδοση αναφέρει ότι, ο Βασίλης, παιδί του γερό- Δημάκη ήταν το μικρότερο από τα έξι αρσενικά παιδιά που είχε ο πατέρας του. Αυτά τα Τζαβελόπουλα είχαν και μια αδερφή, την ονομαστή Κάϊντω ή Κάντω. Η λυγερόκορμη ομορφιά της που έλαμπε σαν το άστρο της αυγής, ήταν το καμάρι όλων των ραγιάδων του καζά και ο τρανός καημός των τούρκων αφεντάδων και κυρίως των σκληρών αγάδων του Φαναριού.

Παρασκευή 30 Νοεμβρίου 2012

Γρήγορο internet (VDSL) στο Αντρώνι


Σύμφωνα με την τελευταία ενημέρωση που είχαμε, σχετικά με την σύνδεση του γρήγορου internet (VDSL) στο Αντρώνι, σας πληροφορούμε, ότι, ο ΟΤΕ δεν θα προχωρήσει στην εκτέλεση του έργου. Η εξήγηση που επικαλούνται οι άνθρωποι του ΟΤΕ είναι, ότι, δεν μπορούν να διακινδυνεύσουν την ασφάλεια της εγκατάστασης, ύστερα μάλιστα και από τις απειλές περί καταστροφής του έργου από κάποιους κατοίκους.
Εδώ, στην ανάρτησή μας (Μη καταδικάζετε το χωριό μας!) ανοίχτηκε μία εποικοδομητική συζήτηση που αν εξαιρέσουμε τα πρώτα σχόλια, θα μπορούσε να φέρει θετικά για το χωριό μας αποτελέσματα.
Σας παραθέτουμε φωτογραφίες τις επίμαχης περιοχής στο Αντρώνι που τραβήξαμε την προηγούμενη βδομάδα.






Δευτέρα 26 Νοεμβρίου 2012

Εκδήλωση για την προστασία του δρυοδάσους στη Γιάρμενα

Με επιτυχία πραγματοποιήθηκε το Σάββατο το βράδυ 17.11.2012 η εκδήλωση που διοργάνωσε ο δήμος Αρχαίας Ολυμπίας με την «Εθελοντική  Ομάδα Δασοπυρόσβεσης Φολόης  και τον  Σύλλογο Φολοητών «ο Κένταυρος».
 Η εκδήλωση πραγματοποιήθηκε στο παλιό  σχολείο  στην αίθουσα «Μπάμπης Παπαθεοδώρου» παρουσία εκπροσώπων φορέων και αρχών και πλήθους πολιτών. 
 Τα μέτρα προστασίας και διαφύλαξης του δρυοδάσους παρουσίασαν με εισηγήσεις τους ο διευθυντής δασών Ν. Ηλείας Διονύσιος Θωμόπουλος και ο δασάρχης Πύργου Νίκος Χριστοδούλου.

Σάββατο 3 Νοεμβρίου 2012

Η Ελένη του Προύντζου και ο ηγούμενος


Στον οικισμό Καρδαράς[1] της Αλωνίσταινας (πρώην δήμου Φαλάνθου Αρκαδίας), που την ονομασία του την έλαβε από τους πρώτους οικιστές τσοπάνηδες με το όνομα Καρδαράς[2], ζούσε μια πατριαρχική ποιμενική οικογένεια με το όνομα Προύντζος. Κατά την καλοκαιρινή περίοδο, στο Μαίναλο αρκετοί τσοπάνηδες από την περιοχή του Ναυπλίου[3] κτηνοτρόφοι μετανάστευαν με τα αιγοπρόβατά τους, για να ξεκαλοκαιριάσουν τα ζώα τους στο δροσερό και πλούσιο σε βοσκή ελατόδασος του Μαινάλου στην Αρκαδία. Αυτή η οικογένεια αρχικά διέμενε σε πρόχειρα καταλύματα (καλύβες), συν τον χρόνο ανήγειραν οικίες και η συνοικία (τουρκ. μαχαλάς) ονομάσθηκε «Προύντζου Καλύβια». Η οικογένεια του Προύντζου μετά την πάροδο πολλών ετών, έγινε πολυάριθμη και κατά την επανάσταση του 1821, προσέφερε μεγάλες υπηρεσίες στον ένοπλο απελευθερωτικό αγώνα[4], από της έναρξης μέχρι και το τέλος του.
Στου Καρδαρά κατά την επανάσταση του 1821, ήταν ο Παναγιώτης Προύντζος ήταν ο πιο περίφημος και πασίγνωστος καπετάνιος της περιοχής. Και ο μόνος που επέζησε από τους άνδρες μετά την απελευθέρωση, ο οποίος έλαβε και μια μικρή σύνταξη από την Κυβέρνηση του Καποδίστρια. Μετά την δολοφονία του Κυβερνήτη, πέθανε ο γέρο- Προύντζος και έμειναν μόνον οι γυναίκες στον οικισμό χωρίς κανένα πόρο ζωής.
Κάποια κοπέλα από την οικογένεια, αναφέρεται ότι κατά την διαμονή τους στον οικισμό Προύντζου Καλύβια (έτερος τόπος χειμερινής διαμονής), που βρίσκονταν κοντά στο Ναύπλιο[5] κατά τους χειμερινούς, να είχε αναπτύξει ερωτικές σχέσεις με τον ηγούμενο της Μονής Καρακαλά[6] και έμεινε έγκυος.
Φώτο Μονή Αγ. Δημητρίου Καρακαλά (Άγιος  Αδριανός)

Σάββατο 27 Οκτωβρίου 2012

H ληστεία της Πέτρας σε σχέση με τον τόπο μας

Ο ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΚΑΤΕΡΓΑΡΗΣ ΑΠΟ ΤΟ ΣΙΜΟΠΟΥΛΟ ΠΗΝΕΙΑΣ ΚΑΙ Η ΠΕΡΙΒΟΗΤΗ ΛΗΣΤΕΙΑ ΤΗΣ ΠΕΤΡΑΣ ΠΡΕΒΕΖΑΣ

ΟΙ ΡΕ(Ν)ΤΖΑΙΟΙ

Στο χωριό Πέτρα που βρίσκεται ενδιάμεσα της Πρέβεζας και των Ιωαννίνων, κατά τον Ιούνιο του 1926, σημειώθηκε μία από τις χειρότερες, αλλά και πιο αιματηρές, ληστείες που συνέβησαν στα ελληνικά ποινικά χρονικά. Οι δράστες ήταν δέκα σεσημασμένοι παράνομοι της εποχής. Την ιδέα και την διοργάνωση όλης αυτής της επιχείρησης ήσαν οι περιβόητοι αδελφοί Ρετζαίοι.
Ο μεγαλύτερος εκ των αδελφών Ρέτζου, ο Γιάννης, γεννήθηκε στο χωριό Ανώγι Πρέβεζας το 1896 και το 1899 ο Θύμιος. Κατά την άνοιξη του 1909, ο πατέρας τους που ήταν κτηνοτρόφος, δολοφονήθηκε άγρια από τρεις ζωοκλέφτες. Το 1917 ενώ υπηρετούσαν τη στρατιωτική τους θητεία πληροφορήθηκαν την ταυτότητα των δραστών της δολοφονίας του πατέρα τους. Η οργή τους ξεχείλισε, με αποτέλεσμα να λιποτακτήσουν, να ανέβουν στο βουνό και να πάρουν εκδίκηση σκοτώνοντας μόνο τους δύο πρώτους, αφού διαπιστώθηκε πως ο τρίτος είχε διαφωνήσει με την δολοφονία του πατέρα τους και δεν έλαβε μέρος σ' αυτήν. Περνώντας οριστικά στην παρανομία ως το 1925, η δράση τους σημαδεύτηκε από δολοφονίες και σύμφωνα με τον τύπο της εποχής έφτασαν στις σαράντα επτά, ενώ κατ' άλλες πηγές στις ενενήντα οκτώ, επίσης διέπραξαν αναρίθμητες κλοπές και ληστείες, καθώς και απαγωγές για την είσπραξη λύτρων.
Στις 14 Νοεμβρίου 1925, η κυβέρνηση του δικτάτορα Θ. Πάγκαλου, χορήγησε αμνηστία, σύμφωνα με την οποία απαλλασσόταν «....πάσης ποινής ο ληστής, φυγόδικος ή φυγόποινος ή υπόδικος, όστις μόνος ή μετά πολιτών ή τη συμπράξει δημοσίας δυνάμεως συνέλαβε και προσήγαγε ή εφόνευσε ληστήν επικεκηρυγμένον, αφιέμενος ελεύθερος άμα τη πιστοποιήσει τούτου υπό της Αστυνομικής Αρχής...». Το διάταγμα αφορούσε σε αξιόποινες πράξεις που είχαν διαπραχθεί στην περιοχή της Ηπείρου, αλλά η ισχύς του μπορούσε να επεκταθεί και σε άλλες περιοχές, με νέο διάταγμα του υπουργείου Εσωτερικών. Οι αδελφοί Ρετζαίοι σκοτώνοντας τους παλιούς συντρόφους τους Στ. Σιντόρη και Κοντογιώργο, κατάφεραν να περιληφθούν στα ευεργετικά μέτρα και να εγκατασταθούν μόνιμα στην πόλη των Ιωαννίνων. Είναι χαρακτηριστικό ότι κατά την είσοδό τους στην πόλη, πλήθος λαού τους υποδέχτηκε, μεταξύ αυτών και εκπρόσωποι των τοπικών αρχών, ακόμη και ο Αστυνομικός Διευθυντής των Ιωαννίνων.

Πέμπτη 25 Οκτωβρίου 2012

Δημόσια διαβούλευση με σκοπό την προστασία, διαχείριση και ανάδειξη του δρυοδάσους Φολόης

Ο Σύλλογος Προστασίας της Φύσης και της Πολιτιστικής Κληρονομιάς Ερυμάνθου-Φολόης ''Ωλονός'' θέλει να ευχαριστήσει θερμά όλους όσοι παραβρέθηκαν στη δημόσια διαβούλευση με θέμα την ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ, ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ ΚΑΙ ΑΝΑΔΕΙΞΗ του ΔΡΥΟΔΑΣΟΥΣ ΦΟΛΟΗΣ με αφορμή την ΕΠΙΚΑΙΡΟΠΟΙΗΣΗ ΤΗΣ ΕΙΔΙΚΗΣ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗΣ ΜΕΛΕΤΗΣ.

Πέμπτη 11 Οκτωβρίου 2012

ΜΙΑ ΠΕΡΙΕΡΓΗ ΟΙΚΙΣΤΙΚΗ ΧΩΡΟΘΕΤΗΣΗ ΚΑΙ ΕΓΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΣΤΗΝ ΒΟΡΕΙΑ ΗΜΙΟΡΕΙΝΗ ΗΛΕΙΑ


Από της εμφάνισης του ανθρώπου, κύριο μέλημα για την επιβίωση του, ήταν η τροφή, το νερό και η προσωπική ασφάλεια. Γι’ αυτούς τους λόγους κατ’ αρχήν προσπάθησε να καταλύσει δίπλα από πηγές δεύτερον να εξασφαλίσει τροφή και τέλος κατάλυμα. Επειδή όμως το νερό, αυτό το πολύτιμο αγαθό, έρρεε άφθονο από την γη, εγκαταστάθηκε δίπλα στις πηγές, στις λίμνες ή και στα ποτάμια.
Το νερό όπως όλοι γνωρίζουμε, ήταν το πιο απαραίτητο, και το μόνο που δεν χρειάζονταν καμιά ειδική επεξεργασία για να χρησιμοποιηθεί, ή και να φθάσει στο κατάλυμά του. Όταν σιγά- σιγά ο άνθρωπος άρχισε να οργανώνεται σε κοινωνίες και να δημιουργεί οικισμούς, προσπάθησε να οργανωθεί, σε σημεία που υπήρχε άφθονο και συνεχές νερό. Τοιουτοτρόπως γενικά όλοι οι οικισμοί αναπτύχθηκαν, κοντά ή γύρω από διάφορες πηγές νερού, για την ευκολότερη, ανώδυνη χρήση και μεταφορά του, για την καθημερινότητα.
Συν το χρόνο, επειδή υπήρχαν διάφορες πολεμικές συρράξεις ή διενέξεις μεταξύ χωριών, πόλεων, φυλών και κρατών, ο άνθρωπος στην προσπάθειά του, ν’ ασφαλισθεί και ν’ αμυνθεί, σιγά- σιγά κατασκεύασε κάστρα ή φρούρια. Αυτά τα ανήγειρε κυρίως σε λόφους και σε απότομα βράχια, μόνο και μόνο γι’ αμυντικούς λόγους, χωρίς να εξετάσει τις δυνατότητες ανέγερσης επί των πηγών του νερού. Εκεί για να διασφαλίσει την επιβίωσή του, κατά την περίοδο των πολεμικών συρράξεων, μεταξύ των άλλων, προσπάθησε ν’ εξασφαλίσει την παροχή ή αποθήκευση νερού[1]. Για αυτό τον λόγο χρησιμοποίησε παραπλήσιες πηγές ή εντός αυτών κατασκεύασε πηγάδια ή και δεξαμενές για την αποθήκευση του.
Σε κανονικές συνθήκες, οι οικισμοί κατά την συγκρότηση και ανάπτυξή τους, διαμορφώθηκαν πέριξ των υδάτινων πόρων. Οι χρήσεις του νερού, πάντοτε είχαν τον πρωτεύοντα ρόλο στην διαβίωση, την υγιεινή και στην γεωκτηνοτροφική καθημερινή εργασία. Σε ελάχιστες περιπτώσεις θα συναντήσουμε οικισμούς, που να έχουν ανεγερθεί σε μέρη που να στερούνται του νερού, ή ν’ απέχουν από υδάτινους πόρους.
Εδώ στον τόπο μας, στην βόρεια ορεινή Ηλεία, υπάρχει μια αξιοπερίεργη οικιστική στάση και ιδιαιτερότητα, που ίσως χρήζει μιας ειδικής μελέτης, με σκοπό να εντοπίσει τους λόγους όπου, οι περί την Κάπελη οικισμοί, έχουν απαξιώσει την αιώνια οικιστική αρχή να δημιουργούνται και ν’ αναπτύσσονται δίπλα ή γύρω κυρίως από πηγές. Μελετώντας τον χωροταξικό χάρτη της βόρειας ορεινής Ηλείας, εντόπισα αρκετούς σημερινούς αλλά και εγκαταλειμμένους οικισμούς, όπου οι οικιστικές συνήθειες όσον αφορά τις υδάτινες σχέσεις, βασικά έχουν αποποιηθεί της πραγματικότητας και έχουν διαφοροποιηθεί από τις παραδοσιακές συνήθειες και τάσεις των οικισμών, ως προς ανάπτυξη τους δίπλα σε πηγές νερού[2].
Στην Πελοπόννησο το φαινόμενο αυτό θεωρείται πρωτοφανές δηλαδή διαδοχικοί οικισμοί, ν’ απέχουν σε αρκετή απόσταση από πηγές και όχι μόνον, αλλά για να μεταφέρουν το νερό στον οικισμό χρησιμοποιούσαν υποζύγια και προσωπική κοπιαστική εργασία. Κατά την έρευνα μου, εντόπισα ότι οι πηγές βρίσκονται σε πολύ χαμηλότερο υψομετρικό επίπεδο. Αυτή η υψομετρική διαφορά δημιουργούσε στους εκάστοτε κατοίκους, ένα τεράστιο πρόβλημα ως προς την ύδρευση των οικισμών.
Το αξιοπερίεργο είναι ότι αυτοί οι οικισμοί έχουν αναπτυχθεί, περιφερειακά του δάσους της Φολόης (Κάπελης). Μπορεί σήμερα το δάσος να έχει συρρικνωθεί σημαντικά, όμως από παλιές μαρτυρίες και διάφορα έγγραφα που έχουμε εντοπίσει, οι νοτιοδυτικές παρυφές της Κάπελης, επεκτείνονταν αρκετά χιλιόμετρα από τα σημερινά όρια του δρυοδάσους. Επίσης δεν γνωρίζουμε πότε δημιουργήθηκαν  οι οικισμοί, δεν γνωρίζουμε τους πρώτους οικιστές, ποιας εθνικότητας ήσαν και από πού προήλθαν τα παλιά ονόματά τους.

Στις παρυφές της τότε Κάπελης και εντός του δάσους, οι οικισμοί που υπήρχαν, βασικά είχαν αναπτυχθεί σε ξερότοπους και μακριά από πηγές ή ποτάμια. Από αυτούς τους οικισμούς μερικοί, έχουν πλέον εγκαταλειφθεί και δεν είναι σήμερα υπαρκτοί, αλλά είναι και αρκετοί που είναι ενεργοί ακόμη και σήμερα, όπως το χωριό Κούμανι, Αντρώνι, Φολόη (Γιάρμαινα), Νεμούτα, Αχλαδινή (Ντάρτιζα), Λάλα, Μηλιές, Δούκα, Σπαρτουλιά, Ζαχαρέϊκα, Αγία Τριάδα (Μπουκοβίνα), Πρόδρομος (Χαλαμπρέζα), Αμπελάκια (Παλιοχώρι Αγνάντων), Άγναντα (Σινούζι)[3], Πρινάρι (Καραγκιούζι) και Αναζήρι (αφανισμένος οικισμός).
Υπάρχει ακόμη και μια νοτιοδυτική προέκταση αυτής της οικιστικής ιδιαιτερότητας προς την Πηνεία και Ωλένη μέχρι τις παρυφές της ημιορεινής Ηλείας με αυτές τις οικιστικές ιδιαιτερότητες. Ενδεικτικά αναφέρω, τους οικισμούς Κουτσοχέρα, Καλαθάς (εγκατ. οικισμός), Παλιντάμιζα (εγκατ. οικισμός), Αλυσσός (αρχαίο αφανισμένος οικισμός),  Σκληρού, Κολοκυθάς, Ανάλυψη (Ζορό), Κορυφή (Κουκουβίτσα) κ.λπ. Γνωρίζουμε άριστα ότι σ’ αυτά τα χωριά επί το πλείστον στερούνται ακόμη και από πηγάδια, έχω εντοπίσει πολύ λίγα μόνον στα χωριά του κάμπου.
Ενώ αρκετοί περιφερειακοί ερημωμένοι αλλά και σημερινοί οικισμοί, από αυτούς που προανέφερα, έχουν ανεγερθεί γύρω από πηγές, ή δίπλα σε ποτάμια όπως η Δίβρη, Αμυγδαλή (Μπαρμπότα), Κερέσοβα, Αγία Κυριακή (Κερτίζα), Ξύβουνι (αφανισμένος οικισμός), Σταυράκι (αφανισμένος οικισμός), Τσίπιανα, Κρυόβρυση (Βερβινή), Κακοτάρι, Τσερεγκούνι (αφανισμένος οικισμός), Σκιαδά, Σκλήβα, Βουλιαγμένη (Μπουρτνάνου), Λουκά, Καρυά, Σιτοχώρι (Καρακασίμι), Ακροποταμιά (Μπέχρου), Ντάρα (αφανισμένος οικισμός), Ξηρόκαμπος, Κλεινδιά, Αγία Άννα, Πεύκη (Μπεντένι), Νεράϊδα (Καλολετσή), Χελιδόνι (Κούτσι), Κρυονέρι (Μπάστα) κ.λπ.
Πάνω σε αυτή την αξιοπερίεργη χωροθέτηση, πρέπει να αναζητήσουμε τους λόγους δια τους οποίους οι πρώτοι οικιστές αυτών των οικισμών επέλεξαν να εγκατασταθούν και ν’ αναγείρουν τις οικίες και τα καταλύματά τους μακριά από το νερό. Οι λόγοι που οδήγησαν τους πρώτους οικιστές αυτών των χωριών ώστε να αναπτύξουν τους οικισμούς μακριά από πηγές νερού είναι αξιοπερίεργοι και δεν μας είναι ακόμη γνωστοί. Όμως μπορούμε να υποθέσουμε και ν’ αναφερθούμε σε διαφόρους λόγους που ίσως και να μην συνάπτονται με τους πραγματικούς.
Ο ένας λόγος ίσως να είναι καθαρά αμυντικός, δηλαδή ν’ ανήγειραν τους οικισμούς σ’ επιλεγμένες θέσεις, δηλαδή σε ψηλώματα που θεωρήθηκαν φυσικά φρούρια, για τυχόν επιθέσεις από τους εκάστοτε εχθρούς των. Ίσως δεν ήθελαν να αναγείρουν τα οικήματα μέσα σε χαράδρες ή σε βαθουλώματα, για να μπορούν να διοπτεύουν περιφερειακά την περιοχή αλλά και να διαφεύγουν πιο εύκολα στο πυκνό του δάσους για να γλιτώσουν σε περίπτωση πολεμικής ή ληστρικής επίθεσης.
Ο δεύτερος λόγος μπορεί να είναι καθαρά υγειονομικός. Επειδή οι πηγές, κυρίως βρίσκονταν σε κοίτες ποταμών, ίσως η υγρασία και τα διάφορα ενοχλητικά έντομα να δημιουργούσαν αρκετά προβλήματα στους κατοίκους και τοιουτοτρόπως να εξαναγκάστηκαν να δημιουργήσουν οικισμούς μακριά από τα νερά.
Ένας άλλος ακόμη λόγος είναι, να πρωτοκατοίκησαν σ’ αυτά τα χωριά κτηνοτρόφοι, όπου ήθελαν τα ζώα τους κοντά στα στανοτόπια και μακριά από τα λαγκάδια ή πηγές για μυστικοπαθείς πατρογονικές φοβίες και για τα στοιχειά των πηγών και των λαγκαδιών.
Μια σκέψη ακόμη ήταν ότι θεώρησαν πιο αναγκαίο να κατασκευάσουν τις πρώτες καλύβες τους χρησιμοποιώντας πάντοτε την εξαίρετη ξυλεία του δάσους, μόνο και μόνο από κορμούς δένδρων δρυς, επειδή αυτό το υλικό ήταν πλεονάζον και ανθεκτικό.
Ακόμη εικάζεται, ότι μπορεί εκείνη την εποχή στον τόπο που επέλεξαν να υπήρχε κάποια μικρή πηγή, να κατασκεύασαν οι πρώτοι οικιστές κτηνοτρόφοι μια καλύβα και συν τον χρόνο ν’ αναπτύχθηκε περίγυρα της καλύβας ο οικισμός. Με την πάροδο των χρόνων και μετά τις υδρογεωλογικές ανακατατάξεις (σεισμοί, κατολισθήσεις κ.λπ.) υπάρχει περίπτωση να στέρεψαν οι μικροπηγές και να εξαφανίσθηκαν, όμως οι οικισμοί να παρέμειναν στον ίδιο χώρο, λόγω κόστους μεταφοράς κ.λπ.
Όμως γιατί αυτές οι οικιστικές ιδιαιτερότητες στο νοτιοδυτικό ημισφαίριο της Κάπελης και πουθενά αλλού; Ειδικά αυτό το περίεργο τόξο δημιουργήθηκε σε δυο αναβαθμίδες, υψομετρικής διαφοράς περίπου 50 μέτρων. Η πρώτη ήταν στο επίπεδο του οροπεδίου του Λάλα[4] (υψόμετρο 660 μέτρα περίπου) και η δεύτερη στο επίπεδο του δρυοδάσους της Φολόης (υψόμετρο 710 μέτρα περίπου). Άραγε! Τι εξυπηρετούσε και προστάτευε  το πυκνό του δάσους της Κάπελης και τι μπορούσε να εξυπηρετήσει τους κατοίκους των οικισμών της;
Μια μικρή σκέψη είναι ότι πολλοί οικισμοί δημιουργήθηκαν ίσως επί της β΄ τουρκοκρατίας. Οι τουρκαλβανοί οικιστές[5] ίσως να μην είχαν πρόβλημα με το νερό, διότι την μεταφορά του την είχαν αναθέσει στους σκλάβους συγχωριανού τους.


[1] Σ’ αρκετά φρούρια οι εκάστοτε κτήτορες προσπάθησαν και διοχέτευσαν νερό με διαφόρους τρόπους πραγματοποιώντας τεράστια και πολυδάπανα έργα για εκείνη την εποχή, πράγμα που δεν επιτεύχθηκε ποτέ και για τους οικισμούς των.
[2] Ακόμη δύναται ν’ αναφερθούμε και στην χρήση των υδρόμυλων, όπου και αυτοί με αυτή την λογική να γίνονται οι οικισμοί μακριά από τα νερά, δημιουργούσε ένα τεράστιο καθημερινό πρόβλημα ως προς την μεταφορά των σιτηρών και των αλεύρων από και προς τον μύλο.
[3] Το χωριό Άγναντα πρώην Σινούζι, δημιουργήθηκαν περίπου στα 1785, το χωριό έγινε μετά από συνένωση δυο- τριών μικρών οικισμών, οι οποίοι βρίσκονταν δίπλα σε πηγές. Ακόμη εδώ είναι το αξιοπερίεργο, γιατί συνενώθηκαν και εγκατέλειψαν τους οικισμούς και συγκατοίκησαν στο σημερινό χωριό, εκεί που δεν υπήρχε το βασικό αγαθό της καθημερινότητας το νερό;
[4] Αναφέρεται ότι το οροπέδιο του Λάλα, εκχερσώθηκε κατά την β΄ τουρκοκρατία από τους Λαλαίους τουρκαλβανούς οικιστές, οι οποίοι ανεξέλεγκτα, χρησιμοποιώντας πάντοτε τους Ηλείους σκλάβους, έκοβαν τα δένδρα με σκοπό να δημιουργήσουν ιδιόκτητες εκχερσωμένες εκτάσεις προς ιδιωτικό όφελος.
[5] Πολλά από τα προαναφερόμενα χωριά ήταν κτισμένα σε διαφορετικά σημεία. Μας είναι σχεδόν άγνωστο πότε και για ποιο λόγο  μετοίκησαν στην σημερινή θέση των οικισμών. Αναφέρω ενδεικτικά: Αγία Τριάδα (Μπουκοβίνα) μετοίκησαν από την Παλιομπουκοβίνα, Άγναντα (Σινούζι), μετοίκησαν όπως προανέφερα στις υποσημειώσεις, Δάφνη (Ντάμιζα) μετοίκησαν από την Παλιοντάμιζα κ.λπ.

Πηγή: www.antroni.gr